Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

"Όχι άλλοι φόροι σε πολίτες και επιχειρήσεις"

Τελευταία ευκαιρία για την Ελλάδα θεωρεί τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου, η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία συνιστά την αποφυγή με κάθε τρόπο νέων καθυστερήσεων ή αποκλίσεων από τους στόχους και καλεί όλες τις δυνάμεις να επικεντρωθούν στην προσπάθεια υπερκάλυψης των στόχων αυτών. 

Στην ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής που υποβλήθηκε σήμερα από τον διοικητή της ΤτΕ κ. Γιώργο Προβόπουλο στον πρόεδρο της Βουλής κα το υπουργικό συμβούλιο, υπογραμμίζεται ότι το πρώτο καθήκον που επωμίζεται η νέα κυβέρνηση είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη που έχει κλονιστεί βαρύτατα. Εκτιμά ότι η μείωση της εγχώριας ζήτησης και η ύφεση της οικονομίας είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής, ακριβώς επειδή το κλίμα και οι προσδοκίες που επικρατούν παρεμποδίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας και την εμφάνιση του αποτελέσματος εμπιστοσύνης.

Η έκθεση επισημαίνει ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία σήμερα υφίσταται έντονα τις αρνητικές επιδράσεις της μειωμένης ζήτησης, της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, της επιβραδυνόμενης πιστωτικής επέκτασης και του αυξημένου φορολογικού βάρους.

Η χώρα βρίσκεται στην πιο κρίσιμη φάση της μεταπολεμικής της ιστορίας, αναφέρει η έκθεση, και διακυβεύεται αν το μέλλον της Ελλάδας θα είναι εντός ή εκτός του ευρώ. Το δίλημμα συνεπώς που τίθεται είναι αφενός η ανεξέλεγκτη κατολίσθηση, που θα εξανέμιζε τα όποια επιτεύγματα της μεταπολιτευτικής περιόδου, θα οδηγούσε τη χώρα εκτός της ζώνης του ευρώ και θα έφερνε την οικονομία, το βιοτικό επίπεδο, την κοινωνία και τη διεθνή θέση της Ελλάδας πολλές δεκαετίες πίσω, ή  μια συντεταγμένη προσπάθεια εντός της ζώνης του ευρώ, σε στενή συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους και τη διεθνή κοινότητα, για να περιοριστούν οι κραδασμοί, να συντομευθεί κατά το δυνατόν η δύσκολη περίοδος προσαρμογής, που σε κάθε περίπτωση θα είναι μακρά, και να τεθούν στέρεες βάσεις για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και την ανάπτυξή της. Η προσπάθεια έχει ασφαλώς κόστος, αναγνωρίζει η ΤτΕ. Όμως το συνολικό κόστος για την κοινωνία θα είναι μεσοπρόθεσμα μικρότερο και το μακροχρόνιο όφελος μεγάλο, τονίζει.

Σύμφωνα με την  κεντρική τράπεζα, δύο είναι οι μείζονες εθνικοί στόχοι για την επίτευξη των οποίων απαιτούνται συγκεκριμένες  προϋποθέσεις. 

Όπως αναφέρεται, για να πειστούν οι αγορές και οι πολίτες ότι υπάρχει διέξοδος πρέπει να καταρτιστεί με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η στρατηγική της χώρας.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας είναι ο μόνος τρόπος για να συντομευθεί η ύφεση, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ανάκαμψης και να αξιοποιήσει η Ελλάδα τις θετικές πλευρές των αποφάσεων των Συνόδων της 23ης και της 26ης Οκτωβρίου.

Οι δύο εθνικοί στόχοι που πρέπει πάση θυσία να επιδιώξουμε τώρα είναι:

Πρώτον, η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων στη δημοσιονομική διαχείριση, με ρυθμούς υψηλότερους απ’ ό,τι προβλέπεται.

Δεύτερον, η συντομότερη ανάκαμψη και οι ταχύτεροι ρυθμοί ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Η πολιτική θα πρέπει να ικανοποιεί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

– Να στοχεύει στην αλλαγή των δομών που δημιουργούν τα προβλήματα. Γι’ αυτό, παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, πρέπει να προχωρήσει με ταχύτητα ο εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. 

– Να παραμένει σταθερά προσηλωμένη στους στόχους που έχουν τεθεί, να τους επιβεβαιώνει συνεχώς και να τονίζει την πρωταρχική δέσμευση της Ελλάδας να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση εντός της ζώνης του ευρώ.

– Να τηρεί απαρέγκλιτα τα χρονοδιαγράμματα που έχει θέσει. 

– Να υπερκαλύπτει όπου είναι δυνατόν τους αρχικούς στόχους. 

– Να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή κοινωνική και πολιτική συναίνεση

– Να δώσει πολύ σύντομα απτές αποδείξεις της βούλησης να προχωρήσει γρήγορα η εφαρμογή της πολιτικής αυτής, όπως είναι η δημιουργία στο εγγύς μέλλον πρωτογενών και αυξανόμενων πλεονασμάτων, η άμεση προώθηση των μεγάλων αποκρατικοποιήσεων, η προσέλκυση επενδυτών για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας (που μπορεί να αποφέρει εισόδημα και αύξηση της απασχόλησης) και η κατάργηση χωρίς χρονοτριβή όλων εκείνων των φορέων του δημόσιου τομέα που κρίνεται ότι δεν προσφέρουν χρήσιμο έργο. 

– Να επανενεργοποιήσει, αξιοποιώντας τους διαρθρωτικούς πόρους της Ε.Ε., μεγάλες δημόσιες επενδύσεις.

– Να πείσει τους επενδυτές ότι η οικονομία στο μέλλον θα λειτουργήσει σε νέο πλαίσιο, που θα εξασφαλίζει τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την ομαλή λειτουργία των αγορών και θα βελτιώνει την παραγωγικότητα.

Για να στηριχθεί η αξιοπιστία του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής πρέπει τώρα να δοθούν έμπρακτα θετικά μηνύματα ότι αυτήν τη φορά οι αποφάσεις θα εφαρμοστούν κατά γράμμα, τονίζει η τράπεζα.
Επίσης υπογραμμίζει ότι για να υπάρξει ανάκαμψη θα πρέπει να αξιοποιηθεί το ΕΣΠΑ, σε συνεργασία και με την ομάδα τεχνικής βοήθειας της Ε.Ε., και να προχωρήσει το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, το οποίο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό δίαυλο για την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό και την εισαγωγή τεχνογνωσίας και τεχνολογίας.

Συνεχίζεται η ύφεση, αυξάνεται  η ανεργία


Το 2011 εκτιμά η  ΤτΕ, το ΑΕΠ θα υποχωρήσει κατά 5,5% περίπου  ή λίγο περισσότερο. Το 2012 η ύφεση  αναμένεται να συνεχιστεί με ρυθμό της τάξεως του 2,8% και η ανάκαμψη μετατίθεται στο 2013, με αύξηση του ΑΕΠ, που δεν θα υπερβαίνει το 1%.

Επειδή φέτος προβλέπεται ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα αυξηθούν και ταυτόχρονα υπάρχει αισθητή πτώση των εισαγωγών, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στη μεταβολή του ΑΕΠ θα είναι θετική, αλλά όχι ακόμη επαρκής ώστε να περιορίσει ανάλογα την ύφεση. 

Η μέση μείωση της απασχόλησης θα είναι της τάξεως του 5,5% φέτος και το μέσο ποσοστό ανεργίας θα πλησιάσει το 17%, ενώ το 2012 μπορεί να υπερβεί το 18%. Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή, ενώ συνεπάγονται απαξίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου και του αποθέματος τεχνογνωσίας.

Σε συνδυασμό με την απαξίωση ή την αχρήστευση μέρους του πάγιου κεφαλαίου λόγω της κρίσης, καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την προώθηση πολιτικών για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη, σημειώνει η έκθεση.

Αναγκαίες οι τραπεζικές συγχωνεύσεις
Η ανάγκη για ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης, η εξυγίανση των ισολογισμών και ο επαναπροσδιορισμός του επιχειρησιακού υποδείγματος λειτουργίας των τραπεζών, αποτελεί επιτακτική ανάγκη, θεωρεί η Τράπεζα της Ελλάδος και συμπληρώνει πως η δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων σχημάτων αποτελεί αναγκαία επιλογή στη διαδικασία αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος και θα επιτρέψει στις τράπεζες να διαδραματίσουν επιτυχώς τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο, συμβάλλοντας στην ανασυγκρότηση της οικονομίας.
Στο τέλος Ιουνίου του 2011 οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας εμφάνισαν υποχώρηση, που οφείλεται κυρίως στην επίδραση στα εποπτικά κεφάλαια από τις προβλέψεις εν όψει της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI) βάσει της αρχικής συμφωνίας της 21ης Ιουλίου.
Επιπλέον, λόγω της συνεχούς επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος και της επίδρασης που θα έχει η απομείωση της αξίας των ομολόγων, μετά και την πρόσφατη απόφαση της Συνόδου Κορυφής,. Πέραν τούτου, ενδέχεται οι τράπεζες να πρέπει να προχωρήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαίων τους, όταν ολοκληρωθεί η διενεργούμενη διαγνωστική μελέτη για τα χαρτοφυλάκια δανείων τους.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκθεση γίνεται  ευθέως κριτική στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, η οποία όπως επισημαίνεται δεν κατόρθωσε να πείσει τις αγορές και τους πολίτες ότι υπάρχει διέξοδος, ότι τα αποτελέσματα που προδιαγράφονται θα επιτευχθούν, γι’ αυτό και η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Το κύριο αίτιο του “ελλείμματος αξιοπιστίας” είναι ότι η οικονομική πολιτική συχνά ασκείται αποσπασματικά, με διστακτικότητα, υπαναχωρήσεις και αναβολές, ή σύρεται από τις εξελίξεις, αντί να τις προλαβαίνει. Ανάλογα με την περίπτωση:

• Ρυθμίσεις που βρίσκονται σε σωστή κατεύθυνση αποδυναμώνονται στην εφαρμογή τους και έτσι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα περιορίζεται.

• Εξαντλούνται όλα τα περιθώρια των χρονοδιαγραμμάτων που έχουν συμφωνηθεί, χωρίς προετοιμασία και προγραμματισμό, με αποτέλεσμα να αναζητούνται μαγικές λύσεις της τελευταίας στιγμής.

• Αναβιώνουν νοοτροπίες και συμπεριφορές του παρελθόντος, οι οποίες αντιμετωπίζουν ορισμένα θέματα ως αδιαπραγμάτευτα κάθε φορά που απειλούνται κεκτημένα.

• Επιλέγονται “οριζόντιες”, δηλαδή ισοπεδωτικές, λύσεις για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, ενώ οι μηχανισμοί που εγγενώς παράγουν δαπάνες παραμένουν άθικτοι, καθώς η δημόσια διοίκηση δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί στοχευμένες, δηλαδή πιο αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες, λύσεις.

πηγη  http://www.protothema.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου